“Οι Ελληνίδες Σταρ στο Χόλυγουντ” από τον Μάκη Δελαπόρτα

Το λαμπερό περίβλημα του χολυγουντιανού star system πάντα αποτελούσε δέλεαρ για τις ελληνίδες σταρ της εγχώριας κινηματογραφικής βιομηχανίας, αφού αρκετές απ αυτές τόλμησαν και κατάφεραν να διαπρέψουν στο εξωτερικό και να γίνουν διάσημες έξω από τα ελληνικά σύνορα.

Γυναίκες λαμπερές, χαρισματικές, υπέροχες που έκαναν το μεγάλο βήμα και πέρασαν τις πόρτες των διεθνών κινηματογραφικών παραγωγών, με επιτυχία.

Με εφόδια το ταλέντο τους, την έντονη προσωπικότητά τους, τη προσωπική τους ακτινοβολία και το απαράμιλλο μεσογειακό τους ταμπεραμέντο, διέπρεψαν στο διεθνές σινεμά και γεύτηκαν τη λάμψη του Χόλυγουντ.

Άλλες περισσότερο κι άλλες λιγότερο, ξέφυγαν από τα στενά ελληνικά όρια της εγχώριας παραγωγής και άγγιξαν τα όνειρό τους, με σκοπό την διεθνή αναγνώριση και την επαγγελματική καταξίωση.

Πολλές από τις Ελληνίδες σταρ που κατάκτησαν μια θέση στην καρδιά του ελληνικού κοινού, θέλησαν ν ανοίξουν τα φτερά τους και να ζήσουν μια ζωή πιο συναρπαστική, πιο μυθική, πιο λαμπερή, πιο περιπετειώδη, που θα τους εξασφάλιζε μεγαλύτερη δόξα, πλούτη, τιμές και διακρίσεις.

Τη ζωή των ονείρων τους!

Ωστόσο τα όνειρα απαιτούν πίστη, επιμονή, κατάθεση ζωής και προσήλωση στο στόχο. Κάποιες απ αυτές τις υπέροχες κυρίες διέθεταν όλα αυτά τα προσόντα, αλλά και το ψυχικό σθένος για να ζήσουν μια διαφορετική ζωή, άλλων προδιαγραφών , άλλων απαιτήσεων, αλλά και άλλων ταχυτήτων.

Όσες άντεξαν τα κατάφεραν, όσες όχι… επέστεψαν πίσω, συνεχίζοντας την καριέρα τους από εκεί που την άφησαν, κάτω από πιο συμβατές και ανθρώπινες συνθήκες, κοντά στην ελληνική ιδιοσυγκρασία τους.

Οι νόμοι του Χόλυγουντ ήταν σκληροί. Πάντα ήταν σκληροί.

Ακόμη και τότε που η Παξινού το 1944 κέρδισε το όσκαρ για την ερμηνεία της στην ταινία Για ποιον χτυπά η καμπάνα.

Ας δούμε λοιπόν τις δέκα αγαπημένες ελληνίδες σταρ που άλλες προσπάθησαν κι άλλες κατάφεραν να περάσουν τα ελληνικά σύνορα και να κατακτήσουν μια θέση στην ιστορία της παγκόσμιας κινηματογραφίας, ζώντας το δικό τους παραμύθι, δίπλα σε μύθους και είδωλα του διεθνούς στερεώματος.

Η Κατίνα Παξινού (όπως προανέφερα), η Μελίνα Μερκούρη, η Ειρήνη Παπά, η Ρίκα Διαλυνά, η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η Τζένη Καρέζη, η Μαίρη Χρονοπούλου, η Έλενα Ναθαναήλ, η Έλλη Λαμπέτη και η Ρένα Βλαχοπούλου.

Αφιέρωμα από τον Μάκη Δελαπόρτα

ΤΟ ΟΣΚΑΡ ΤΗΣ ΠΑΞΙΝΟΥ


Η Κατίνα Παξινού υπήρξε η πρώτη Ελληνίδα ηθοποιός που κατάφερε, σε δύσκολες εποχές (1944), όχι μόνο να φτάσει στο Χόλυγουντ, αλλά να το κατακτήσει, να θέσει τους δικούς της όρους και να κερδίσει μάλιστα και όσκαρ για την ερμηνεία της στην ταινία του Σάμ Γουντ Για ποιον χτυπά η καμπάνα.

Εκείνη την εποχή η Παξινού είχε φτάσει στην Αμερική και έπαιζε σε σκηνή του Μπρότγουεη.

Κάποιος την είχε δει και μίλησε στον σκηνοθέτη της ταινίας με κολακευτικά λόγια για το μεσογειακό ταμπεραμέντο της ελληνίδας ηθοποιού και πως θα ήταν ιδανική να παίξει τον ρόλο της Πιλάρ στην ταινία, μιας Ισπανίδας χωριάτισσας αντάρτισσας.

Η Paramount για τον ρόλο της Πιλάρ, δεν μπορούσε να καταλήξει ποια ηθοποιός θα τον έπαιζε.

Είχαν δει αρκετές σταρ του αμερικανικού σταρ σύστεμ, αλλά δεν ήταν ικανοποιημένοι από τα δοκιμαστικά που είχαν τραβήξει.

Όταν τηλεφώνησαν στην Παξινού, αρχικά νόμιζε πως της έκαναν φάρσα και τους απάντησε πως η πρόταση δεν την ενδιέφερε.

Όταν όμως την ξαναπήραν και της έστειλαν το σενάριο, πείστηκε.

Ωστόσο τους εξήγησε ευγενικά πως δοκιμαστικό ήθελε να κάνει με τον δικό της τρόπο και τους δικούς της όρους.

Δηλαδή να φτιάξει εκείνη εμφανισιακά τον τύπο της Πιλάρ και όχι να την ντύσουν οι ενδυματολόγοι της ταινίας.

Αρχικά αντέδρασαν, αλλά τελικά δέχτηκαν και όταν την είδαν ντυμένη έτσι όπως η Παξινού είχε μεταμορφωθεί σε χωριάτισσα αντάρτισσα, όλοι αναφώνησαν με μια φωνή: «Αυτή είναι η Πιλάρ».

Το δοκιμαστικό που έκανε η Παξινού με παρτενέρ τον Γκάρυ Κούπερ πήγε καταπληκτικά και όλο το συνεργείο στο τέλος της σκηνής, καταχειροκρότησε ενθουσιασμένο.

Είχε μεγάλη πίστη στον εαυτό της πως θα έπαιρνε το ρόλο, όπως κι έγινε, γι αυτό αργότερα είχε δηλώσει: «Εγώ ήμουν η Πιλάρ. Κατάγομαι από γενιές ανταρτών. Η γιαγιά μου έμαθε το αλφάβητο από έναν οπλαρχηγό των ανταρτών σε μια σπηλιά.

Την ήξερα καλά την Πιλάρ! Την ήξερα καλά!»

Πράγματι η Παξινού μαζί με τις ηρωίδες του αρχαίου θεάτρου των μεγάλων τραγικών, τοποθετούσε την Πιλάρ ανάμεσα στους αγαπημένους της ρόλους.

Την θεωρούσε ένα κομμάτι από τον ίδιο της τον εαυτό, που πάντα είχε μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά της.

Έτσι λοιπόν δεν έπαιξε απλά στην ταινία, δίπλα στον Γκάρυ Κούπερ και την Ίγκριντ Μπέργκμαν, αλλά κέρδισε και το όσκαρ δεύτερου γυναικείου ρόλου, που της άνοιξε το δρόμο για μια διεθνή καριέρα, με σημαντικές ταινίες και με συμπρωταγωνιστές μερικούς από τους μυθικούς ηθοποιούς του Χόλυγουντ.

Μια αμερικάνικη εφημερίδα της εποχής είχε γράψει: «Είναι ατύχημα που η Ελλάδα δεν μας έστειλε την Παξινού δέκα χρόνια νωρίτερα, γιατί πολλά θα είχε ωφεληθεί ο κινηματογράφος. Δεν φανταζόμασταν ποτέ, πως μια τόσο μικρή χώρα θα μας έδινε μια τόσο μεγάλη καλλιτέχνιδα».

Η μεγάλη Ελληνίδα τραγωδός, στον κινηματογράφο έπαιξε σε 11 ταινίες και συνεργάστηκε με σκηνοθέτες όπως ο Βισκόντι και ο Όρσον Ουέλς και με ηθοποιούς όπως: Αλέν Ντελόν, Κέργκ Ντάγκλας, Λορίν Μπακόλ, Τάιρον Πάουερ, Ρότζερ Μουρ και άλλοι.

ΜΕΛΙΝΑ, «Η ΜΥΘΙΚΗ ΕΛΛΗΝΙΔΑ»

«Γεννήθηκα Ελληνίδα» δήλωνε με καμάρι η Μελίνα Μερκούρη σ όλες τις συνεντεύξεις της στο εξωτερικό και ήταν αυτή που διακήρυττε ότι η βαριά βιομηχανία της χώρας μας είναι ο πολιτισμός.

Η κινηματογραφική της καριέρα ήταν κατά αποκλειστικότητα διεθνής, με εξαίρεση τη θρυλική Στέλλα του Μιχάλη Κακογιάννη που ήταν η μοναδική ελληνική ταινία που γύρισε.

Η Μελίνα διέψευσε περίτρανα τον Φιλοποίμενα Φίνο, τον πατριάρχη της εγχώριας παραγωγής, που επέμενε στα πρώτα της βήματα πως ήταν αντικινηματογραφική ηθοποιός.

Εκείνη όχι απλά έκανε μια σπουδαία καριέρα σ όλη την υφήλιο, αλλά τα όνομα της συνδέθηκε άρρηκτα με τον πολιτισμό της χώρας που τη γέννησε.

Η Μελίνα υπήρξε εκτός από ηθοποιός, μια δραστήρια πολιτικός και μια ερωτευμένη πατριώτισσα, που άφησε εποχή με την συναρπαστική προσωπικότητά της, δημιουργώντας ιστορία τόσο στη χώρα μας, όσο και στο εξωτερικό.

Η γνωριμία της με τον Ζυλ Ντασέν καθώς και η καρμική σχέση τους θα της ανοίξει νέους ορίζοντες, κατακτώντας τον διεθνή κινηματογράφο και φτάνοντας ως υποψήφια για το βραβείο όσκαρ Α΄ Γυναικείου ρόλου για την ερμηνεία της στην ταινία Ποτέ την Κυριακή.

Ωστόσο το τραγούδι που ερμήνευσε στην ταινία, «Τα παιδιά του Πειραιά», σε μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, θα κερδίσει το όσκαρ Καλύτερου Τραγουδιού και θα κάνει διάσημη την ελληνική μουσική, καθώς το λιμάνι του Πειραιά, και την Ελλάδα στο σύνολο, ως τον πιο ελκυστικό τουριστικό προορισμό, διεθνώς.

Η Μελίνα έπαιξε σε 18 ταινίες που άφησαν εποχή στον παγκόσμιο κινηματογράφο και έπαιξε με πολύ σπουδαίους ηθοποιούς, όπως: Άντονι Πέρκινς, Κέρκ Ντάγκλας, Λόρενς Ολιβιέ, Ρόμι Σνάιντερ, Πήτερ Ουστίνοφ, Υβ Μοντάν, Τζίνα Λολομπριτζίτα, Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και πολλούς ακόμα.

ΕΙΡΗΝΗ ΠΑΠΑ, «Η ΖΩΝΤΑΝΗ ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ»


Η Ειρήνη Παπά υπήρξε η μελαχρινή καλλονή με την άγρια ομορφιά, η «ζωντανή Καρυάτιδα» με την έντονη και ευθυτενή κορμοστασιά, η σειρήνα με τα κατάμαυρα μαλλιά και τα σκούρα μάτια που καίνε κάτω από τα μαύρα βαριά φρύδια, η οποία ενσάρκωσε εμφανώς το μεγαλείο και την εικόνα της κλασσικής Ελλάδας, όλων των εποχών.

Η παγκόσμια καριέρα της στο σινεμά, τίμησε την ελληνική της καταγωγή και δόξασε την ίδια σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, μέσα από τις 51 ταινίες που γύρισε παίζοντας με πολύ σπουδαίους ηθοποιούς, όπως: Άντονι Κουίν, Όντρευ Χέμπορν, Σοφία Λόρεν, Τζίνα Λολομπριτζίτα, Γκέγκορυ Πεκ, Νίκολας Κέιτζ, Κατρίν Ντενέβ και πολλούς ακόμα.

Η ίδια είχε αποκαλύψει το 2004, στην ιταλική εφημερίδα Corriere della Sera, μετά το θάνατο του Μάρλον Μπράντο ότι υπήρξε μεταξύ τους μια μακρά και «μυστική αγάπη».

Η ίδια είχε πει ότι είχαν συναντηθεί το 1954 στη Ρώμη.

Όπως είπε τον εκτιμούσε πολύ, ήταν το «μεγάλο πάθος της ζωής της» και συναντήθηκαν για τελευταία φορά το 1999 στην Αθήνα.

Η Ειρήνη Παπά υπήρξε επίσης η ιδανική ερμηνεύτρια της «Ηλέκτρας» του Κακογιάννη, αφού το περήφανα αγέρωχο πρόσωπο της έδεσε απόλυτα με την τραγική ηρωίδα του Ευριπίδη.

Το 1947 παντρεύτηκε τον Έλληνα σκηνοθέτη Άλκη Παπά, όπου έμεινε μαζί του μόνο για τέσσερα χρόνια, ωστόσο κράτησε για πάντα τα όνομά του, αφού το δικό της ήταν Λελέκου.

Ξεκίνησε από την ηλικία των 15 ετών ως ραδιοφωνική παραγωγός, τραγουδίστρια και χορεύτρια σε διάφορες εκδηλώσεις.

Παρακολούθησε μαθήματα υποκριτικής στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, που τότε ονομαζόταν Εθνική Σχολή Κλασσικού Θεάτρου και έφυγε το 1952 στο εξωτερικό, όπου ξεκίνησε τη διεθνή καριέρα της.

Η Ειρήνη Παπά αναμφίβολα είναι η τελευταία ελληνίδα «θεά» και σήμερα πλέον στα 95 της χρόνια ζει στην Πλάκα, κάτω από τη σκιά της Ακρόπολης, που τόσο αγάπησε και τόσο δόξασε στα πέρατα της οικουμένης.

ALIKI MY LOVE- Η ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΗ ΤΑΙΝΙΑ


«Aliki my love» λεγόταν η ταινία που γύρισε η Αλίκη Βουγιουκλάκη το 1962, για ένα φιλόδοξο άνοιγμα της καριέρας της στον διεθνή κινηματογράφο.

Το φιλμ ήταν μια πολυδάπανη παραγωγή του Φίνου και μιας βρετανικής εταιρείας, που θέλησαν να επενδύσουν στο συνεχώς ανερχόμενο αστέρι της Αλίκης, αφού η φήμη της είχε ξεπεράσει τα ελληνικά σύνορα και η πολυσυζητημένη «σχέση» της με τον διάδοχο Κωνσταντίνο, είχε γίνει πρωτοσέλιδη σε πολλά περιοδικά του εξωτερικού.

Σκηνοθέτης του ασπρόμαυρου φιλμ ήταν ο Ρούντολφ Ματέ και παρτενέρ της Αλίκης, ο Άγγλος ηθοποιός Τζες Κόνραντ.

Η ταινία θύμιζε πολύ την Μανταλένα, αλλά στην ουσία ήταν μια κακή απομίμηση.

Εξαιρετική η μουσική του Χατζιδάκι, η Αλίκη στις μεγάλες της ομορφιές, αλλά το αποτέλεσμα ήταν απογοητευτικό.

Τόσο που ο Φίνος απέσυρε την ταινία και ποτέ δεν προβλήθηκε, ούτε καν από την τηλεόραση, ως ένα ιστορικό ντοκουμέντο της εθνικής μας σταρ, αφού για μοναδική φορά μιλούσε αγγλικά σε φιλμ.

Την εποχή που προβλήθηκε και στην Αθήνα (1964), τα περιοδικά της εποχής έγραφαν για εμφανίσεις τόπλες της Αλίκης, ενδεχομένως ως διαφημιστικό κόλπο, αλλά αυτό δεν ήταν αληθές.

Η ταινία θεωρήθηκε απαγορευμένη και χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε σε βίντεο, μόνο στο Ισραήλ, αφού ένας από τους παραγωγούς ήταν εβραίος, γι αυτό και κυκλοφορεί σήμερα πλέον στο youtube με εβραϊκούς υπότιτλους.

Υπολογίζεται πως ο Φίνος ξόδεψε περίπου 9.000.000 δρχ. για το γύρισμα του φιλμ.

Ωστόσο, με αυτό το ποσό θα μπορούσε να γυρίσει άλλες 8 ταινίες.

Κι αυτό για να μην χαλάσει το χατίρι της Αλίκης, που στόχευε σε μια διεθνή καριέρα.

Παρόλο που η ταινία δεν αποτέλεσε εισπρακτική επιτυχία, οι πρεμιέρες σε Λονδίνο (10/6/1963) και Αθήνα (24/3/1964) ήταν λαμπρές και το όνομα της Αλίκης ακούστηκε αρκετά και εκτός συνόρων.

Το Aliki my love «συζητήθηκε» αρκετά εκείνη τη σεζόν, αλλά σύντομα ξεχάστηκε τελείως.

Πάντως η Αλίκη αρκετά χρόνια μετά μου είχε πει: «Ο ίδιος ο Φίνος σαμποτάρισε την ταινία, γιατί φοβόταν μην με χάσει».

Η ΤΖΕΝΗ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ

Μετά την αποτυχημένη απόπειρα της Αλίκης για διεθνή καριέρα, η Τζένη Καρέζη θα τολμήσει να δοκιμάσει κι εκείνη.

Η ταινία που θα γυρίσει το 1965, θα είναι και η μοναδική ξένη παραγωγή που θα παίξει η αγαπημένη ηθοποιός.

Στη Γαλλία και στις άλλες χώρες του εξωτερικού θα κυκλοφορήσει με τον τίτλο Une balle au Coeur, αλλά στην Ελλάδα θα προβληθεί με τον τίτλο Μια σφαίρα στη καρδιά σε σκηνοθεσία του Ζαν-Ντανιέλ Πόλε και μουσική του Μίκη Θεοδωράκη.

Αρχικά για τον ρόλο είχαν επιλέξει την νεαρή Βέρα Κρούσκα, αλλά τελικά προτίμησαν την Τζένη, αφού μιλούσε άπταιστα γαλλικά και την είχε συστήσει ο Μίκης Θεοδωράκης.

Η Τζένη έπαιξε το ρόλο της Κάρλας, μιας τραγουδίστριας του καμπαρέ, και είναι πραγματικά πανέμορφη στα έγχρωμα καρέ του φιλμ. Συμπρωταγωνιστές της, ο Σάμι Φρέι και η Φρανσουάζ Αρντί.

Οι ταινίες της Τζένης και της Αλίκης, μοιάζουν να είχαν χαθεί στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, αφού δεν προβλήθηκαν ποτέ ξανά, ούτε καν στην ελληνική τηλεόραση.

Ωστόσο η γαλλική ταινία της Τζένης, αν και θεωρούνταν «χαμένη», ξαφνικά το 2018, βρέθηκε μια κόπια της στο Παρίσι.

H Carousel Films ανέλαβε την αποκατάστασή και την επανέκδοσή της, ενώ ένα χρόνο αργότερα το 2019, το Γαλλικό Κέντρο Κινηματογράφου, χρηματοδότησε την πλήρη ψηφιακή αποκατάσταση της ταινίας.

Όσοι έτυχε να την δουν, αφού προβλήθηκε σε λιγοστά σινεμά της Αθήνας τον Σεπτέμβριο του 2020, είπαν πως η ταινία ήταν πολύ ενδιαφέρουσα, αφού διέθετε δράση, σασπένς, ρομάντζο και έρωτα, που ήταν τα κύρια συστατικά της.

Ωστόσο δεν έπεισε κοινό και κριτικούς, ούτε στην πρώτη προβολή της, ούτε και στην πιο πρόσφατη.

Μεγάλο μέρος των γυρισμάτων έγινε στη Σκύρο, στις γραφικές παραλίες και στα αρχοντικά του νησιού.

Η επιλογή του τόπου έγινε από τον ίδιο τον Πολέ, που έψαχνε την πιο μαγευτική παραλία της Μεσογείου.

Γυρίσματα έγιναν επίσης, στους Δελφούς, στην Αθήνα και στον Πειραιά. Φυσικά οι όμορφες έγχρωμες εικόνες δημιουργούν μία νοσταλγική διάθεση, για την Ελλάδα που έφυγε.

 Η ΡΙΚΑ ΜΑΓΕΨΕ ΤΟ ΧΟΛΥΓΟΥΝΤ

Η Ρίκα Διαλυνά αναμφίβολα υπήρξε μια από τις πιο όμορφες, τις πιο εντυπωσιακές και τις πιο σέξι γυναίκες του ελληνικού κινηματογράφου.

Ξεκίνησε από τα καλλιστεία, όπου βγήκε Σταρ Ελλάς το 1954, ενώ στο διαγωνισμό για την Μις Υφήλιος, κατέκτησε την πέμπτη θέση.

Η ίδια πιστεύει πάρα πολύ στη τύχη και στο κάρμα γι αυτό κι όταν βρέθηκε στην Αμερική εκπροσωπώντας την Ελλάδα στον διεθνή διαγωνισμό, λέει πως η καλή της τύχη της έφερε στο δρόμο της τον ατζέντη της Ελίζαμπεθ Τέιλορ.

Την βραδιά των καλλιστείων η Ρίκα γνώρισε και τον Μάρλον Μπράντο.

Ο Μπράντο μόλις την είδε εντυπωσιάστηκε.

Όλες οι άλλες κοπέλες τον είχαν πλησιάσει για να φωτογραφηθούν μαζί του και για να πάρουν αυτόγραφο, εκτός από εκείνη.

Τότε την πλησίασε και τη ρώτησε γιατί δεν πήγε κοντά του; Κι εκείνη του απάντησε πως εκεί βρισκόταν για τον διαγωνισμό κι όχι για αυτόγραφα.

Κι όταν της πρότεινε να περάσουν τη βραδιά μαζί, η Ρίκα του αρνήθηκε.

Αυτό ήταν!

Την επόμενη μέρα οι τίτλοι στις εφημερίδες ήταν πηχυαίοι: «Η Ελληνίδα καλλονή έδωσε χυλόπιτα στον Μπράντο».

Δημιουργήθηκε θόρυβος γύρω από τα όνομά της και έτσι ξεκίνησαν οι προτάσεις για συμμετοχές της σε ταινίες.

Η όμορφη Κρητικοπούλα έλαβε μέρος σε αρκετές ξένες παραγωγές, όπως: «Τα Τέρατα» («I Mostri», 1963) του Ντίνο Ρίζι, «Το μυστικό του Δρος Μαμπούζε» («Die Todesstrahlen des Dr. Mabuse», 1964), «Ιουλιέτα των πνευμάτων» («Giulietta degli spiriti», 1965) του Φεντερίκο Φελίνι, «Οι Εραστές του καλοκαιριού» («Summer Lovers», 1982) του Ράνταλ Κλάιζερ και σε πολλές ακόμα.

Τα ξένα περιοδικά τη φιλοξένησαν αρκετές φορές στα εξώφυλλά τους, αποκτώντας πολλούς φανατικούς και πιστούς θαυμαστές.

Η ΑΝΥΠΟΤΑΧΤΗ ΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΥ


Η Μαίρη Χρονοπούλου, αυτή η σπουδαία ηθοποιός του σινεμά, που έπαιξε με την ίδια επιτυχία, από μιούζικαλ μέχρι δράμα, είχε την τύχη να πρωταγωνιστήσει σε δυο ελληνικές ταινίες που έφτασαν μέχρι τα Όσκαρ κι έτσι να τύχει μιας ιδιαίτερης προβολής, παγκόσμιας εμβέλειας.

Τα Κόκκινα φανάρια και Το χώμα βάφτηκε κόκκινο, ξεπέρασαν τα στενά ελληνικά σύνορα και σημείωσαν τεράστια επιτυχία, όπου κι αν προβλήθηκαν.

Από την Αμερική μέχρι την Ιαπωνία.

Ωστόσο χωρίς η ίδια να αποζητά κάποια ευκαιρία για διεθνή καριέρα, ή να ονειρεύεται μια καταξίωση στο εξωτερικό, εν έτει 1965 δέχεται μια πρόταση από μια αμερικάνικη κινηματογραφική εταιρεία για να πρωταγωνιστήσει στην ελληνοαμερικανική ταινία Γυμνή ταξιαρχία (The naked Brigade).

Δέχτηκε να παίξει, αφού μιλούσε άπταιστα τα αγγλικά και δεν ήταν υποχρεωμένη, όπως μου είπε, να ξενιτευτεί.

Η Μαίρη ήταν σίγουρο πως δεν θα μπορούσε να υποταχτεί στους σκληρούς νόμους του ξένου σταρ σύστεμ, γι αυτό και αποφάσισε να μην ξαναδεχτεί να παίξει σε μια ξένη παραγωγή.

Η ταινία γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στην Κρήτη.

Έκανε πρεμιέρα στις κινηματογραφικές αίθουσες στη 1 Απριλίου 1965 στις Η.Π.Α. και προβλήθηκε στην Γαλλία, την Ολλανδία, τη Φιλανδία, τη Σουηδία, τη Δανία, την Πορτογαλία, το Μεξικό, όπου σημείωσε μεγάλη επιτυχία.

ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ, Η ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΗ ΟΜΟΡΦΙΑ

Ακόμη τρείς από τις πιο δημοφιλείς ηθοποιούς του ελληνικού κινηματογράφου θα θελήσουν να ανοίξουν τα φτερά τους για διεθνή καριέρα, αλλά μάλλον θ απογοητευτούν.

Η Έλλη Λαμπέτη το 1960 θα γυρίσει σε ταινία το μυθιστόρημα του δεύτερου συζύγου της, που ήταν ο αμερικανός συγγραφέας Φρέντ Γουέικμαν, με τίτλο Το χαμένο κορμί.

Η ταινία θα γυριστεί στα στούντιο της Τσινετσιτά στη Ρώμη, με συμπρωταγωνιστή τον Βαν Χέφλιν, για την ξένη αγορά.

Η ταινία στην Ελλάδα προβλήθηκε με τον τίτλο: Έτσι έσβησε η αγάπη μας και δεν γνώρισε την αναμενόμενη επιτυχία, ούτε καλλιτεχνική, μα ούτε και εισπρακτική.

Στην ουσία, δεν καταγράφεται στο ενεργητικό της πρωταγωνίστριας, αλλά ούτε και του σκηνοθέτη που ήταν ο Μιχάλης Κακογιάννης, αφού θεωρήθηκε και για τους δύο «η αποτυχημένη ταινία» τους.

Η ΕΒΕΝΙΝΗ ΕΛΕΝΑ

Ένα εξώφυλλο της Έλενας Ναθαναήλ στο περιοδικό «Εικόνες» στάθηκε η αφορμή να την δει ο γερμανός σκηνοθέτης Ρoλφ Τίλε και να της ζητήσει να πρωταγωνιστήσει στην ταινία του «Το Αίμα των Βελσούγκεν» («Wälsungenblut») το 1965, το οποίο βασιζόταν στην ομώνυμη νουβέλα του σπουδαίου γερμανού συγγραφέα Τόμας.

Η Έλενα έπαιξε στην γερμανική αυτή ταινία που συμμετείχε στο διαγωνιστικό τμήμα του 15ου Φεστιβάλ του Βερολίνου, αλλά δεν ακολούθησε διεθνή καριέρα, όσο κι αν οι κριτικοί την εκθείαζαν για το δραματικό της ταλέντο και την υπέροχη ελληνική ομορφιά της.

Το 1971 θα κάνει ακόμα μια συμμετοχή στην ιταλική παραγωγή Il sorriso del ragno και θα είναι και η τελευταία της εμφάνιση σε ξένη ταινία.

Το ψηλό μελαχρινό κορίτσι με τα εντυπωσιακά μάτια και τα εβένινα μαλλιά, άφησε το δικό του στίγμα στον ελληνικό κινηματογράφο, εκπροσωπώντας το ελληνικό κάλλος στο πανί της μεγάλης οθόνης.

ΡΕΝΑ: ΑΝΤΕ ΚΑΛΕ ΣΙΓΑ ΤΟ ΧΟΛΥΓΟΥΝΤ!


Λίγοι γνωρίζουν πως η μεγάλη μας κωμικός, η Ρένα Βλαχοπούλου ξεκίνησε την κινηματογραφική της καριέρα, όχι σε κάποια ελληνική ταινία, αλλά σε τούρκικη.

Αυτό συνέβη όταν το 1951 ακολούθησε τις αδελφές Καλουτά στην Κωνσταντινούπολη κι εμφανίστηκε μαζί τους σε κάποια πολυτελή νυχτερινά κέντρα για να τραγουδήσει.

Εκεί την είδε ένας Τούρκος παραγωγός, όπου της έκανε πρόταση να παίξει σε μια δραματική τούρκικη ταινία, το ρόλο μιας ντιζέζ που έμπαινε στο χαρέμι ενός Σαουδάραβα από νεαρή ηλικία, μέχρι να γίνει μεσήλικη.

Η ταινία λεγόταν «Ανατολίτικες νύχτες» και η Ρένα τραγουδούσε το τραγούδι του Γιάννη Σπάρτακου «Θα σε πάρω να φύγουμε».

Εκείνο που θυμόταν από την ταινία, όπως μου είχε πει, ήταν περισσότερο το υπερβολικό κρύο στο στούντιο που γύριζαν τις εσωτερικές σκηνές και η ακαταλαβίστικη τούρκικη γλώσσα.

Στην ουσία πρόκειται για το κινηματογραφικό της ντεμπούτο που δεν προβλήθηκε ποτέ στην Ελλάδα.

Όσο κι αν οι κριτικοί χρόνια αργότερα έλεγαν πως αν η Ρένα ήταν στο Χόλυγουντ, θα ήταν μια Λουσίλ Μπολ, εκείνη αγαπούσε τόσο πολύ την πατρίδα της και την οικογένειά της, που δεν θα ξενιτευόταν για όλα τα λεφτά του κόσμου και όλες τις δόξες και τιμές. «Άντε καλέ, σιγά το Χόλυγουντ!

Εγώ μιλάω στην καρδιά του Έλληνα κι αυτό για μένα έχει τη μεγαλύτερη αξία».

Δείτε εδώ το περιοδικό SocialProfile και το Αφιέρωμα από το Μάκη Δελαπόρτα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ