Οι μπαμπάδες του ελληνικού σινεμά από το Μάκη Δελαπόρτα!

Η λέξη «πατέρας» είναι συνώνυμο της αγάπης. Μιας αγάπης που κλείνει μέσα της την ευτυχία, την προστασία, την ασφάλεια.

Μιας αγάπης που διαφέρει απ αυτήν της μητέρας, ποιοτικά.

Αλλιώς θα σ αγκαλιάσει ο πατέρας, αλλιώς θα παίξει μαζί σου, αλλιώς θα σε γαργαλίσει κι αλλιώς θα σε πετάξει στον αέρα.

Ο πατέρας για κάθε παιδί είναι ο ήρωας του, ο προφήτης του, ο παραμυθάς του, ο φάρος της ζωής του.

Ο φάρος που θα του δείξει το δρόμο για να περπατήσει.

Ο φάρος που θα του φωτίσει ακόμη και τις πιο σκιερές πλευρές του εαυτού του για να πιστέψει σ αυτόν και να παίξει με τα όρια του. Χωρίς φόβο και με πολύ πάθος.

Μόνο με πίστη στον εαυτό του, στο όραμά του και στα θέλω του.

Και τότε το παιδί ανδρώνεται μονομιάς και τολμά.

Τολμά να περπατήσει ακόμη και στους πιο κακοτράχαλους δρόμους, να σκαρφαλώσει και στην πιο απόκρημνη βουνοκορφή και να πετάξει όσο πιο ψηλά μπορεί, αφού πάντα θα αισθάνεσαι το δίχτυ προστασίας που είναι η αγάπη, η πίστη και η υποστήριξη που έχει για κείνο ο πατέρας του.

Ο καλός του άγγελος, ο δικός του προστάτης.

Μέσα στη δική του αγκαλιά θα αισθάνεται σαν ένα βαρκάκι σε σίγουρο λιμάνι.

Οι παλιοί έλεγαν πως οι καλοί πατεράδες, δίνουν στα παιδιά τους ρίζες και φτερά.

Πόσο δίκιο είχαν!

Ρίζες για να αισθάνεσαι πως έχεις πάντα γερό θεμέλιο την οικογένεια σου και φτερά για να πετάξεις ψηλά και να κατακτήσεις τον κόσμο.

Όταν είσαι μικρός, το επάγγελμα που κάνει ο πατέρας σου δεν σε απασχολεί καθόλου.

Ούτε καν η κοινωνική του τάξη.

Πλούσιος ή φτωχός, μορφωμένος ή αμόρφωτος, διάσημος ή μη, για σένα είναι απλά ο πατέρας σου. Και τον θες αποκλειστικά.

Δεν θες να τον μοιράζεσαι με κανέναν.

Τώρα αν είναι και καλλιτέχνης με φήμη και αναγνωρισιμότητα, λίγο σ ενδιαφέρει.

Εσένα εξακολουθεί να είναι απλά ο πατέρας σου.

Κι έχουμε πάμπολλα παραδείγματα διάσημων πατεράδων, που άλλοι κατάφεραν να είναι άψογοι γονείς και να έχουν εξαιρετική σχέση με τα παιδιά τους κι άλλοι όχι.

Ας γνωρίσουμε λοιπόν κάποιους διάσημους μπαμπάδες που όλοι τους γνωρίσαμε και τους αγαπήσαμε μέσα από τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο, και μέσα από τις βιογραφίες που έγραψα γι αυτούς, καθώς και την κοντινή σχέση που είχα μαζί τους, γνώρισα καλύτερα και τις πιο ανθρώπινες πλευρές τους.

Ήταν όλοι αυτό που λέμε κλασσικοί χαζομπαμπάδες;

Λύγιζαν μπροστά στη τρυφερότητα για τα παιδιά τους;

Ή έβαζαν πάνω από κείνα τις επαγγελματικές τους υποχρεώσεις και την καλλιτεχνική τους εικόνα;

Γράφει ο Μάκης Δελαπόρτας

Δημήτρης Παπαμιχαήλ

Η πιο πολυσυζητημένη και η πιο ταραχώδης σχέση πατέρα γιού, ήταν αναμφίβολα αυτή του Δημήτρη Παπαμιχαήλ και του γιού του Γιάννη.

Μια σχέση που έγινε αρκετές φορές πρωτοσέλιδο και δίχασε κατ’ εξακολούθηση την κοινή γνώμη.

Το άλλοτε ερωτευμένο και θρυλικό ζευγάρι του ελληνικού κινηματογράφου Αλίκη- Δημήτρης, κατέληξαν σε σκληρές δικαστικές διαμάχες μετά τον χωρισμό τους, όχι μόνο για το μοίρασμα των περιουσιακών τους στοιχείων, αλλά και για την επιμέλεια του μονάκριβου γιού τους.

Η σχέση Δημήτρη-Γιάννη βέβαια, ποτέ δεν ήταν οι καλύτερες, όμως έγιναν ακόμη χειρότερες, μετά τον θάνατο της Αλίκης, κι όταν ο σπουδαίος ηθοποιός αποφάσισε στη διαθήκη του ν αποκληρώσει τον γιό του.

Αυτό ήταν κάτι που ξάφνιασε το πανελλήνιο.

Όσο κι αν ο Παπαμιχαήλ, όταν γεννήθηκε ο Γιάννης το 1969, έπλεε σε πελάγη ευτυχίας, και φωτογραφίζονταν στα λαϊκά περιοδικά της εποχής ως ο πιο ευτυχισμένος πατέρας του κόσμου, τόσο η σχέση τους εξελίχθηκε σε προβληματική με ακραίες συμπεριφορές.

Ο ίδιος ο Γιάννης είχε δηλώσει αργότερα σε τηλεοπτικές του συνεντεύξεις:

«Όταν ήμουν μικρός έβαζα συνέχεια ένα τραγούδι και απ’ τα νεύρα του ο πατέρας μου, μού έσπασε το δισκάκι.

Τρόμαξα πολύ.

Γενικά είχε αυτές τις βίαιες εξάρσεις.

Τον φοβόμουνα, ειδικά όταν μάλωναν με τη μητέρα μου πέρα από τα επιτρεπτά επίπεδα.

Και ειδικά όταν δεν ξέρεις γιατί γίνεται όλο αυτό, φοβάσαι.

Η μητέρα μου ήταν ένας πολύ ήρεμος άνθρωπος.

Είχα ψηλότερα τη μητέρα μου, γιατί το 90% του χρόνου το περνούσα μαζί της.

Τον πατέρα μου τον θεωρούσα τον καλύτερο Έλληνα ηθοποιό, αλλά από μικρός ένιωθα πως δεν θα ήθελα ποτέ να του μοιάσω μεγαλώνοντας.

Με την διαθήκη του ίσως ήθελε να εκφράσει την πικρία του.

Υποσυνείδητα έγινα η Αλίκη στο μυαλό του.

Όπως μάλωνε με τη μητέρα μου για το τι ανήκει σε ποιον, έτσι έκανε και σε μένα. Ένιωσα ότι με τη διαθήκη με πήρε μαζί του στον τάφο.

Δεν μπορείς να διαλύσεις το παιδί σου δημόσια.

Αυτό δείχνει εκείνη τη στιγμή έναν άνθρωπο χωρίς συναισθήματα.

Άσχετα αν τώρα του τα έχω συγχωρήσει όλα».

Αλέκος Αλεξανδράκης

Ο Αλέκος Αλεξανδράκης όσο κι αν υπήρξε ο μέγας καρδιοκατακτητής, σε αντίθεση με τον Κωνσταντάρα ήταν υπέρ του γάμου και της οικογένειας.

Ωστόσο είχε συνάψει ήδη τρεις γάμους και ακόμα δεν είχε γίνει πατέρας.

Στη Ρόδο κατά τα γυρίσματα της ταινίας «Το δόλωμα» το καλοκαίρι του 1964 με πρωταγωνίστρια την Αλίκη Βουγιουκλάκη, θα γνωρίσει μια πανέμορφη Ελβετίδα, όπου εργαζόταν στο ξενοδοχείο Miramare του θείου της και θα την ερωτευτεί με την πρώτη ματιά.

Τελειώνοντας τα γυρίσματα, της πρότεινε να τον ακολουθήσει.

Το ειδύλλιο κατέληξε πολύ σύντομα σε γάμο.

Ο τέταρτος γάμος για τον Αλέκο, που αισθάνεται πολύ πιο ώριμος από ποτέ.

Αυτή η κοπέλα τον ηρεμεί.

Του δημιουργεί αισθήματα ασφάλειας και τον εμπνέει να δημιουργήσει μια οικογένεια που ποτέ μέχρι τότε δεν είχε νιώσει την ανάγκη να δημιουργήσει.

Πράγματι πολύ γρήγορα έρχεται στον κόσμο το πρώτο του παιδί ο Βάσιας.

Ένα κατάξανθο γλυκό αγόρι που είναι η αδυναμία του Αλέκου.

Δεν μπορεί μέρα μακριά του.

Τον παίρνει μαζί του, στο θέατρο, στα γυρίσματα, στις τουρνέ, όπως και τη γυναίκα του τη Βερένα.

Όλοι μιλούσαν για μια πολύ ευγενική, διακριτική, σοβαρή και καλοσυνάτη κοπέλα που λάτρευε τον Αλέκο και του το έδειχνε με κάθε τρόπο.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, την ευτυχία της οικογένειας έρχεται να συμπληρώσει και το τέταρτο μέλος του, αφού γεννιέται το κορίτσι που παίρνει το όνομα Γιοχάνα (Ιωάννα).

Από την ημέρα του γάμου τους περνούν πέντε υπέροχα χρόνια και ο Αλέκος αισθάνεται πως ζει μία από τις καλύτερες περιόδους στη ζωή του.

Όμως αυτό δεν θα κρατήσει πολύ, αφού στη ζωή του θα μπει με σαρωτικό τρόπο η Νόνικα Γαληνέα και το ζευγάρι θα χωρίσει.

Η Βερένα θα πάρει τα παιδιά στην Ελβετία, όπου θα φτιάξει κι εκείνη πάλι τη ζωή της.

Ο Βάσιας και η Γιοχάνα θα μεγαλώσουν μακριά από τον μπαμπά τους, ωστόσο η σχέση τους μαζί του μέχρι και το τέλος της ζωής του, θα είναι εξαιρετικές.

Λάμπρος Κωνσταντάρας

Είναι γνωστό πως ο Λάμπρος Κωνσταντάρας ήταν ο τύπος του μποέμ, του φλογερού εραστή και του ποδόγυρου.

Φύση ελεύθερη, ανήσυχη και περιπετειώδης, αρνιόταν με πάθος να εγκλωβιστεί στα στενά όρια ενός γάμου.

Ο έρωτάς του όμως για την όμορφη Γιούλη τον οδηγεί στα σκαλιά της εκκλησίας και πολύ σύντομα θα γεννηθεί ο γιός του Δημήτρης.

Εκείνος βέβαια αρχικά δεν δείχνει να πολυενθουσιάζεται από το γεγονός.

Η πρώτη εντύπωση του Λάμπρου, είναι απογοητευτική καθώς βρίσκει το νεογέννητο άσχημο, ζαρωμένο, με δυο εξογκώματα στο κεφάλι του.

Πολύ σύντομα συνειδητοποιεί, πως ήταν η ιδέα του και πως το μωρό τού μοιάζει.

Αρχίζει να του αρέσει η ιδέα ότι έχει αποκτήσει ένα γιο.

Ο μικρός Δημήτρης δεν προλαβαίνει να παίρνει δώρα απ› τον μπαμπά του.

Ο Λάμπρος όμως θα χωρίσει με τη Γιούλη και ο μικρός Δημήτρης θα νοιώσει έντονα την έλλειψη του πατέρα.

Ο ίδιος μου είχε πει:

«Για μένα ο πατέρας μου ήταν ο «ήρωας» μου.

Όχι γιατί ήταν ο σπουδαίος Λάμπρος Κωνσταντάρας, ο γνωστός και λαοφιλής ηθοποιός, αλλά γιατί απλά ήταν ο πατέρας μου.

Ναι, μου έλειπε πολύ στα πρώτα χρόνια της ζωής μου.

Δεν τον έβλεπα συχνά κι όχι γιατί δε γινόταν να έρθει στο σπίτι που ζούσα με τη μητέρα μου, αλλά ίσως γιατί δεν πίστευε κι ο ίδιος πόσο μου έλειπε.

Αν ήξερε πόσο τον αγαπούσα και πόσο τον είχα ανάγκη, ίσως να είχε κάνει περισσότερα πράγματα για μένα.

Ναι, δεν έζησα παιδικά χρόνια με τον πατέρα μου.

Τον έβλεπα αρχικά όταν εκείνος έβρισκε χρόνο και μετά, όταν μεγάλωσα, μόνο όταν εγώ είχα χρόνο να πάω να τον συναντήσω, ή όταν με καλούσε να βγούμε έξω.

Όταν μεγάλωσα κι έφτασα τα 12-13 χρόνια μου, έπαιρνα την πρωτοβουλία και πήγαινα εγώ και τον έβρισκα.

Με έβλεπε συνεχώς δίπλα του, μάθαινε, ήθελε δεν ήθελε, τα νέα μου, την πρόοδό μου στο σχολείο, τις επιτεύξεις μου στον αθλητισμό.

Κι ας μη θυμότανε μια φορά τι τάξη πάω.

Αυτό το περιστατικό είναι επίσης κάτι που δε θα ξεπεράσω ποτέ!

Όταν με ρώτησε, μπροστά σε άλλους:

«Ρε συ, τι τάξη πας;» ήταν για μένα σοκαριστικό!

Δεν μπορούσα να διανοηθώ πως ο πατέρας ο δικός μου, δεν ήξερε τι τάξη πάω!

Όμως προσπάθησα να το ξεχάσω κι ας έκλαψα πολύ γι’ αυτό!

Αισθάνομαι λοιπόν, πως τον πατέρα μου τον κέρδισα με τις δικές μου ενέργειες και προσπάθειες.

Και το πέτυχα!

Μέσα απ’ όλα αυτά, γύρω και δίπλα από το θέατρο και κυρίως στα ποδοσφαιρικά γήπεδα, έχτισα τη ζωή μου με τον πατέρα μου τον Λάμπρο.

Φοβάμαι πως αν δεν υπήρχαν αυτά, δε θα τον είχα γνωρίσει καθόλου».

Κώστας Καζάκος

Ο Κώστας Καζάκος δηλώνει ένας ευτυχισμένος μπαμπάς, αφού απέκτησε με τους δυο γάμους του τέσσερα παιδιά και λέει πως είναι πολύ υπερήφανος γι αυτά.

Από τον πρώτο του γάμο με την Τζένη Καρέζη απέκτησε τον Κωνσταντίνο και από τον δεύτερο γάμο του με την –επίσης- Τζένη, απέκτησε τον Αλέξανδρο, την Ηλέκτρα και την Μάγια.

Ο Κωνσταντίνος που ακολούθησε τα αχνάρια των διάσημων γονιών του, έχει δηλώσει:

«Ήμουνα πολύ τυχερό παιδί γιατί είχα δυο υπέροχους γονείς.

Δυστυχώς την μητέρα μου την έχασα πολύ νωρίς κι έτσι έζησα πιο πολύ με τον πατέρα μου.

Μακάρι κι εγώ να είμαι ένας τόσο καλός πατέρας, όπως εκείνος.

Δεν έχω να πω τίποτα αρνητικό.

Ο πατέρας μου με στήριξε πολύ όταν εγώ αποφάσισα ν ασχοληθώ με το θέατρο.

Δεν ήταν αντίθετος.

Ήξερα βέβαια πως θα ήταν δύσκολο για μένα, αλλά ο χώρος είναι τόσο γοητευτικός που δεν θα μπορούσα να ξεφύγω.

Μεγάλωσα στα καμαρίνια, στις κουίντες και στα πλατό». Κι ο πατέρας Καζάκος συμπλήρωσε:

«Σίγουρα το σποράκι του το είχαμε
φυτέψει.

Πώς θα μπορούσε να ξεφύγει;

Έπαιζε ήδη επτά μηνών, όσο ήταν στην κοιλιά της μάνας του στη «Θεοδώρα τη Μεγάλη», αφού η Τζένη μέχρι και επτά μηνών έπαιζε στο θέατρο.

Επίσης τον Κωνσταντίνο τον βάφτισαν η Παξινού κι ο Μινωτής.

Δεν γινόταν λοιπόν να ξεφύγει από το μικρόβιο του θεάτρου.

Τον αγαπώ πολύ και καμαρώνω για κείνον».

Μίμης Φωτόπουλος

Την Πρωτοχρονιά του 1947 ο Μίμης Φωτόπουλος έγινε πατέρας για πρώτη φορά.

Το χαρμόσυνο αυτό γεγονός τον βρήκε στο θέατρο REX όπου έπαιζε, την στιγμή που έκοβαν την πίτα με όλο το θίασο.

Η Άννα, η πρώτη κόρη του γεννήθηκε στην 1η Ιανουαρίου του 1948 κι έκανε πολύ ευτυχισμένο τον δημοφιλή πατέρα της.

Από βραδύς το ζευγάρι είχε αποδεχτεί την πρόταση του Κώστα Μουσούρη ν’ αλλάξουν το χρόνο μαζί στο θέατρό του (συνήθιζε να καλεί όλο το ελληνικό θέατρο για Πρωτοχρονιά κοντά του) και τότε έπιασαν την Μαργαρίτα οι πόνοι.

Μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο μαιευτήριο και την επομένη, όταν ο Μίμης έπρεπε να βρίσκεται στο θέατρο για τη διπλή παράσταση της ημέρας, εκείνη γέννησε.

Ο ίδιος είχε πει:

«Την Πρωτοχρονιά, τη στιγμή που κόβαμε την πίτα στο «Ρεξ» μου ανήγγειλαν πως έγινα πατέρας «κορασίδος».

Τα θηλυκά άρχισαν ν’ αποκτούν πλειοψηφία στην οικογένεια. Καιρός όμως ήταν πια ν’ αποκτήσω και κόρη εκ του φυσικού, να με πιλατεύει στη ζωή, μια που ως τότε με είχανε πιλατέψει τόσες και τόσες κόρες στη σκηνή, γιατί έπαιζα τους πατεράδες από είκοσι χρόνων».

Ο δημοφιλής «μάγκας» του ελληνικού κινηματογράφου, απέκτησε ακόμη μια κόρη, την Μαρία και βέβαια στην προσωπική του ζωή μόνο μάγκας δεν ήταν.

Ήταν ένας απίστευτα γλυκός, πράος και καλός οικογενειάρχης και πατέρας.

Κώστας Χατζηχρήστος

Ο Κώστας Χατζηχρήστος ήταν απίστευτα περιποιητικός, ευγενικός, στοργικός, ευαίσθητος πατέρας.

Απέκτησε δυο κόρες, την Τέτα και την Μαριαλένα, αν και παντρεύτηκε πέντε φορές.

Διέθετε έναν άστατο και επιπόλαιο χαρακτήρα, ωστόσο στα παιδιά του πάντα ήταν δίπλα.

Ο ίδιος είχε πει:

«Τα παιδιά μου τα λάτρεψα.

Ήμουν πάντα κοντά τους, σε ότι και να με χρειάστηκαν, όποτε με αναζήτησαν.

Δεν τους έλειψε τίποτα ποτέ.

Εγώ πλήρωνα τα σχολεία τους, τις δασκάλες τους, τις σπουδές τους.

Τις προίκισα και τις καλοπάντρεψα.

Και τις γυναίκες μου όμως κι εκείνες τις λάτρεψα.

Κι ας ήμουν άπιστος κι ας ήμουν επιπόλαιος.

Τι να κάνω που είχα καρδιά ερωτιάρα; Πείτε το κουσούρι, πείτε το ελάττωμα.

Έτσι ήμουν!».

Η κόρη του Μαριαλένα Χατζηχρήστου, μου εκμυστηρεύτηκε:

«Ο πατέρας μου ήταν ο πιο γλυκός πατέρας του κόσμου. Δεν έκανε κακό ποτέ σε κανέναν.

Μόνο στον εαυτό του.

Σε μένα προσωπικά δεν μου έλειψε ποτέ τίποτα.

Τα είχα όλα.

Απλά δεν τον πολυέβλεπα λόγω δουλειάς.

Αλλά ήταν τόσο δοτικός, τόσο γενναιόδωρος.

Πάντα να δίνει στους άλλους, ακόμα κι όταν δεν είχε.

Όταν είχε όμως ήταν απίστευτα large.

Δεν δεχόταν οι κόρες του Χατζηχρήστου να μην έχουν λεφτά, να ντυθούν, να κυκλοφορήσουν, να κινηθούν.

Όπως και να ‘ταν τον αγαπούσα πολύ και θα τον αγαπώ για πάντα, γιατί πάντα τον σκέφτομαι και πάντα θα μου λείπει».

Νίκος Κούρκουλος

Την εποχή που ο Νίκος Κούρκουλος έγινε πατέρας για πρώτη φορά, οι καλλιτεχνικές του υποχρεώσεις τον είχαν αναγκάσει να βρίσκεται στην Αμερική, αφού έπαιζε με την Μελίνα Μερκούρη στο μιούζικαλ, «Ilia Darling» στο Broadway.

Από τη μια χαιρόταν αυτή την καλλιτεχνική του επιτυχία αλλά απ΄την άλλη στεναχωριόταν βαθιά, αφού η έννοια του ήταν μόνιμα στην Ελλάδα και στην γυναίκα του Μελίτα που σε λίγο θα έφερνε στον κόσμο το πρώτο τους παιδί.

Μάλιστα για να έχει ένα άκουσμα ο νεογέννητος Άλκης από τον πατέρα του, λίγο πριν φύγει για την Αμερική, ζήτησε από τον καλό του φίλο Μίμη Πλέσσα να ηχογραφήσει κάποια τραγούδια με τη φωνή του, ώστε όσο εκείνος έλειπε, να συντροφεύουν σαν νανούρισμα τον μικρό Άλκη.

Έτσι κι έγινε.

Ο Πλέσσας μελοποίησε δυό ποιήματα του Καρυωτάκη και του Μαλακάση και το τεσσαράκι συμπληρώθηκε με δύο ακόμη δημοτικά.

Την ιδέα φιλοξένησε η δισκογραφική εταιρεία Lyra που τύπωσε τα τέσσερα τραγούδια του Νίκου Κούρκουλου σε ένα δισκάκι των 45 στροφών».

Ο Κούρκουλος τον γιο του Άλκη τον είδε για πρώτη φορά όταν εκείνος ήταν ήδη τριών μηνών.

Η Μελίτα με το παιδί, ταξίδεψαν για την Αμερική κι έμειναν μαζί του για αρκετό διάστημα.

Τις πρώτες βόλτες μάλιστα με το καρότσι ο μικρός Άλκης τις έκανε στο Central park της Νέας Υόρκης, όπου ο ίδιος ο Νίκος τον πήγαινε καθημερινά.

Ο Κούρκουλος απέκτησε ακόμη τρία παιδιά.

Τη Μελίτα από τον πρώτο του γάμο και την Εριέτα και τον Φίλιππο από τη σχέση του με την Μαριάννα Λάτση.

Ήταν ένας τρυφερός και ιδιαίτερα δοτικός και στοργικός πατέρας.

Θανάσης Βέγγος

Ο Θανάσης ήταν υπόδειγμα σωστού και πιστού οικογενειάρχη.

Υπέροχος πατέρας που λάτρευε τα παιδιά του.

Όμως ως οικογένεια ζούσαν μια πολύ διαφορετική ζωή από τους άλλους ηθοποιούς με τις έντονες κοινωνικές συναναστροφές, τις δεξιώσεις και τα καλλιτεχνικά πάρτι.

Οι έξοδοί τους ήταν συγκεκριμένοι, θα μου πει ο γιος του ο Χάρης:

«Κάθε Σάββατο, θυμάμαι πως παίρναμε τον πατέρα από το θέατρο και πηγαίναμε σε δυο συγκεκριμένα μαγαζιά για να φάμε.

Στο ένα που πηγαίναμε για χρόνια, ήταν ένα σουβλατζίδικο στη Γ› Σεπτεμβρίου, μικρό σαν μια τρύπα. Αλλά έκαναν πεντανόστιμο καλαμάκι και μπιφτέκια στα κάρβουνα.

Τις πίτες τις έψηνε σε ένα τσέρκι και μας άρεσαν πολύ.

Μας σέρβιρε στα μεταλλικά πιάτα και ο πατέρας ως συνήθως βοηθούσε στο σερβίρισμα.

Εκείνο το μαγαζί ήταν κοντά στην πλατεία Βικτωρίας.

Αλλά κάποια στιγμή έκλεισε και τότε αλλάξαμε στέκι.

Από την Γ› Σεπτεμβρίου μεταφερθήκαμε στην Πατησίων.

Εκεί απέναντι από το παλιό θέατρο Μινώα, είχε ανοίξει ο Μπαϊρακτάρης, ένα επίσης σουβλατζίδικο ή καλύτερα για να ακριβολογούμε κεμπαμπτζίδικο.

Εκεί στο ιστορικό «Εντελβάις» πηγαίναμε για αρκετά χρόνια επίσης.

Ο πατέρας (έτσι τον αποκαλούσαν και οι δυο γιοι του και του μιλούσαν στον πληθυντικό) ήταν ένας πολύ χαμηλών τόνων άνθρωπος.

Πιο απλός κι από τους απλούς.

Τα πιο ευτυχισμένα χρόνια μας τα θυμάμαι στο εξοχικό μας στο Τολό.

Είχαμε νοικιάσει για δέκα χρόνια μια μονοκατοικία και εκεί περάσαμε όλα τα παιδικά μας χρόνια.

Όχι βέβαια ένα σπίτι πολυτελείας.

Αντιθέτως.

Ένα σπίτι με τσιμέντο κάτω.

Ρίχναμε κουβάδες νερό και σκουπίζαμε με ψάθινες σκούπες.

Ακόμα έχω στ› αυτιά μου τον ήχο από τις ψάθινες σκούπες στην αυλή του σπιτιού.

Στην πρίζα με το ψυγείο κι ένα απλό πετρογκάζ για να μαγειρεύει η μητέρα.

Στο Τολό περάσαμε υπέροχα.

Έχουμε αξέχαστες αναμνήσεις από εκείνα τα χρόνια.

Εκεί ζήσαμε ξέγνοιαστα και χαρήκαμε τον πατέρα μας».

Ντίνος Ηλιούπουλος

Ο Ντίνος Ηλιόπουλος, από τους πιο λαοφιλείς κωμικούς του ελληνικού σινεμά, εκτός από ένας υπέροχος και βαθιά ευγενής άνθρωπος ήταν κι ένας υπέροχος πατέρας.

Τον Αύγουστο του 1963 στη Θεσσαλονίκη γνωρίζει κι ερωτεύεται κεραυνοβόλα την Αυστριακή καλλονή χορεύτρια Χίλντα και μέσα σε δυο μήνες αποφασίζει να την παντρευτεί.

Έναν χρόνο μετά τον γάμο τους ήρθε στη ζωή τους η μικρή Εβίτα.

Η πρώτη κόρη συμπληρώνει την ευτυχία του ζευγαριού κι ο Ντίνος πλέει σε πελάγη ευτυχίας.

Αγαπούσε πολύ τα κορίτσια κι όταν η Χίλντα του χάρισε την πρώτη του κόρη, δήλωσε πολύ ευτυχισμένος.

Την ημέρα της γέννησής της στο μαιευτήριο, έκλαιγε από χαρά. Έβλεπε μπροστά του, με σάρκα και οστά τη «συνέχειά» του.

Τότε λοιπόν, άπλωσε το χέρι προς τη νεογέννητη κόρη του και της είπε:

«Λοιπόν, μικρή μου δεσποινίς, να συστηθούμε.

Εγώ είμαι ο αξιότιμος μπαμπάς σου.

Καλώς ήρθες στον κόσμο μας.

Από μια άποψη δεν θα μετανιώσεις γιατί θα έχεις εμένα για μπαμπά, που θα σε λατρεύω.

Εσύ, όμως, γιατί δεν με κοιτάς;» Και γυρίζοντας στον γιατρό:

«Γιατρέ, το παιδί μου μήπως κληρονόμησε τη μυωπία μου;

Της μιλάω και κοιτάζει αλλού. Δεν λες να έρθει ένας οφθαλμίατρος για να την εξετάσει;»

Ο πρώτος φόβος του Ντίνου, λοιπόν, ήταν μήπως οι κόρες του κληρονομήσουν τη μυωπία του.

Οκτώ χρόνια μετά τη γέννηση της Ευίτας, την ευτυχία τους έρχεται να συμπληρώσει η δεύτερη κόρη της οικογένειας Ηλιόπουλου, η μικρή Χίλντεγκαρντ (Χίλντα), που έμελλε να κληρονομήσει το ταλέντο και την αγάπη του πατέρα της για το θέατρο και έγινε μια πετυχημένη ηθοποιός.

Η Εβίτα ακολούθησε τον δρόμο της μητέρας της και έγινε μια πολύ καλή χορεύτρια.

Η πρώτη εμφάνιση της μικρής Εβίτας πραγματοποιήθηκε (μηνών ακόμη) στην ταινία “Οι κυρίες της αυλής”.

Εκείνο, λοιπόν, το πανέμορφο μωρό του «τρελού ζωγράφου» στην ταινία, ήταν η κόρη του Ντίνου που έκανε το ντεμπούτο της δίπλα στον διάσημο πατέρα της.

Διαβάστε ολόκληρο το περιοδικό SocialProfile στη συνέχεια

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here