ΤΟΛΗΣ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ο εραστής του ονείρου, ταξίδεψε στο όνειρο!

ΤΟΛΗΣ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ο εραστής του ονείρου, ταξίδεψε στο όνειρο! από τον Μάκη Δελαπόρτα

ΕΦΥΓΕ Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ
Με τη φωνή του δάμασε ψυχές. Μια φωνή που ξαφνικά σίγησε.

Η είδηση του θανάτου του έπεσε σαν κεραυνός μέσα στο κατακαλόκαιρο. Ο άρχοντας, ο πρίγκιπας, ο μύθος…. ο δικός μας Τόλης πέρασε στην αθανασία σε ηλικία 81 χρόνων, λίγες μέρες πριν από τα γενέθλιά του.

Μια ολόκληρη εποχή που σφράγισε με τα τραγούδια του και τις μεγάλες ερμηνείες του, πέρασε για πάντα στην ιστορία.

Δεκάδες χιλιάδες μηνύματα θλίψης και πένθους κατέκλισαν το διαδίκτυο και η είδηση του θανάτου του μονοπώλησε τα δελτία ειδήσεων και τα ενημερωτικά site.

O «άρχοντας» έφυγε καθισμένος στον θρόνο του, έτσι όπως του ταίριαζε, έτσι όπως θα ήθελε ο λαός που τόσα χρόνια τον ακολουθούσε πιστά και τον είχε πάντα ψηλά στις καρδιές του.

Η βοσκοπουλική λατρεία δεν είναι βέβαια φαινόμενο της εποχής μας.

Ξεκίνησε ως επιδημία εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ΄60 και εξαπλώθηκε σε όλη την επικράτεια παρασύροντας στο πέρασμά της ανθρώπους απ όλες τις ηλικίες και απ όλα τα κοινωνικά στρώματα.

Κορίτσια, αγόρια, νέοι, γέροι και παιδιά λάτρεψαν τον Τόλη, όσο και τα τραγούδια του.

Οι εμφανίσεις του πάντα συνοδεύονταν από εκδηλώσεις ακραίων φαινομένων και οι μετακινήσεις του πραγματοποιούνταν τις περισσότερες φορές από αστυνομική δύναμη. Πρωτόγνωρες καταστάσεις για κάποιον τραγουδιστή της εποχής του.

Το μοναδικό αρσενικό αντίστοιχο της Βουγιουκλάκη.

Οι θαυμάστριές του έσκιζαν τα ρούχα τους κάθε φορά που θα τον συναντούσαν και οι θαυμαστές του έλιωναν στην κυριολεξία τα βινύλια του στο πικάπ, από την υπερβολική χρήση του.

ΠΛΑΣΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΜΕΤΑΞΙ ΚΑΙ ΑΤΣΑΛΙ


Το φτωχό αγόρι από την Κοκκινιά είχε γίνει ο «πρίγκιπας» του δικού του παραμυθιού. Ένα παραμύθι τόσο γεμάτο και τόσο αληθινό!

Στην ουσία η πορεία του στο χρόνο μοιάζει μ ένα καλογραμμένο best seller που έχει τα πάντα.

Πρίγκιπες και βασιλοπούλες, κακές μάγισσες και δράκους.

Γιατί αυτή η πορεία δεν ήταν πάντα εύκολη και στρωμένη με ροδοπέταλα, αλλά και με αγκάθια που πολλές φορές πλήγωσαν τον πρίγκιπα του παραμυθιού.

Όμως εκείνος φαίνεται πως ήταν πλασμένος όχι μόνο από μετάξι, αλλά και από ατσάλι.

Ένας συνδυασμός που του χάρισε τη δύναμη ν αντέχει και να παίζει με τους δικούς του όρους το παιχνίδι της show biz, χωρίς να διαβρώνεται η ψυχή και το πνεύμα του.

Το σενάριο λοιπόν της ζωής του περικλείει τα πάντα.

Δόξα, χρήμα, επιτυχία, φανταχτερούς δεσμούς, λαμπερούς γάμους, κι ένα πολυσυζητημένο διαζύγιο-βούτυρο στο ψωμί του έντυπου και τηλεοπτικού κουτσομπολιού.

Εκείνος όμως προχωρά. Ξέρει καλά πλέον το παιχνίδι της διασημότητας.

Είναι έτοιμος ν αντιμετωπίσει τα πάντα.

Μίση, πάθη, προδοσίες, πισώπλατα μαχαιρώματα και πάνω απ όλα την αχαριστία όλων, όσοι ευεργέτησε.

There is no business like show business …έλεγε συχνά.

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΑΣΤΕΡΑΣ


Το ξεκίνημα του Τόλη στον κινηματογράφο πραγματοποιήθηκε με την ταινία του Νίκου Τσιφόρου «Τρεις κούκλες κι εγώ» παίζοντας στο πλευρό του Ντίνου Ηλιόπουλου.

Στην συγκεκριμένο φιλμ εμφανίστηκε μόλις για λίγα δευτερόλεπτα στο ρόλο ενός κομπέρ.

Μετά ακολούθησε το έγχρωμο μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη «Κάτι να καίει» 1963, όπου εκεί έπαιξε και πάλι ένα μικρό, αλλά χαρακτηριστικό ρόλο.

Αυτή τη φορά βρισκόταν στο είδος που αγαπούσε πολύ, το μιούζικαλ, αλλά ο ρόλος του ήταν σχετικά ασήμαντος.

Ωστόσο διακρίνεται στην ταινία, λαμπερός, όμορφος, χαριτωμένος, αεικίνητος, μέλος του συγκροτήματος του Κώστα Βουτσά.

Το «Κάτι να καίει» του χάρισε έναν μεγαλύτερο ρόλο στην κωμωδία «Ο Αριστείδης και τα κορίτσια του» 1964 δίπλα στον Ορέστη Μακρή, που τόσο θαύμαζε.

Το 1964 θα πάρει μέρος σε τρεις ακόμη ταινίες που ήταν: «Ο θαλασσόλυκος» με πρωταγωνιστή τον Κώστα Χατζηχρήστο, «Ήταν όλοι τους κορόιδα» με τον Βασίλη Αυλωνίτη και την Γεωργία Βασιλειάδου, και «Μεσάνυχτα στη βίλα Νέλη» με την Μάρθα Βούρτση.

Εκείνη τη χρονιά τα μελό κερδίζουν έδαφος κι έτσι με την Δούκισσα αποφασίζουν να γυρίσουν κάποιες ταινίες ως το νέο κινηματογραφικό ζευγάρι.

Είναι επίσης η εποχή που ο Τόλης ηχογραφεί τα δικά του λαϊκά τραγούδια και ως άλλος Χιώτης φιλοδοξεί πως θα καθιερωθεί και θα διαπρέψει, λανσάροντας ένα καινούριο στυλ παιξίματος και στησίματος στο φακό.

Με τη Δούκισσα, (που τότε ήταν ζευγάρι και στη ζωή) γυρίζουν τις ταινίες: «Ταδέλφια», (1967), «Συντρίμια τα όνειρά μας» και «Θα κάνω πέτρα την καρδιά μου» (1968). Μέσα στην ίδια χρονιά θα παίξει ακόμη, στα μελό: «Καταραμένη ώρα», «Μείνε κοντά μου αγαπημένε» και «Ελπίδες που ναυάγησαν».

Το όνομά του έχει αρχίσει να γίνεται γνωστό αφού έχουν αρχίσει ν ακούγονται και τα τραγούδια που ερμηνεύει στις ταινίες:

«Οι αναμνήσεις, Έχω μιαν αρραβωνιάρα, Σαν της γαρδένιας τον ανθό, Είναι μια ώρα δύσκολη, Μανούλα μου μανίτσα μου (η βαλίτσα).

Η επόμενη ταινία του όμως θα τον εκτοξεύσει στα ύψη της εμπορικότητας, αφού φέρει ως τίτλο την μεγάλη του επιτυχία «Αγωνία».

Ένα τραγούδι του Γιώργου Ζαμπέτα που μόλις κυκλοφόρησε σημείωσε 300.000 πωλήσεις.

Ο Τόλης θα συνεχίσει τις κινηματογραφικές του εμφανίσεις,(που απ ότι ακούγεται δεν πληρωνόταν καθόλου, με τη συμφωνία να προβάλλονται τα τραγούδια που γύριζε σε δίσκους).

Έτσι από τις επόμενες ταινίες που ήταν «Αναστενάζουν οι πενιές», «Το όνειρο της Κυριακής», «Σε ικετεύω αγάπη μου», «Μια γυναίκα μια αγάπη μια ζωή», «Ο άγνωστος εκείνης της νύχτας», θα γίνουν γνωστά τα τραγούδια του: Δίχως καληνύχτα, Λυπάμαι, Σε ικετεύω, Ψύλλοι στ αυτιά μου, Εκείνη, Μη λυπάσαι, Μ εκδικήθηκε και άλλα.

Θα γυρίσει ακόμα δυο ταινίες που θα είναι σταθμός στην κινηματογραφική του πορεία, όπου είναι το θρυλικό «Μαριχουάνα στοπ», του Γιάννη Δαλιανίδη σε μουσική του Μίμη Πλέσσα, (όπου τότε ζούσε και το πολύκροτο ειδύλλιο με τη Ζωή Λάσκαρη και που εκεί χόρεψε και τραγούδησε το εμβληματικό Το φεγγάρι πάνω θε μου) μαζί της και η ταινία «Αδέλφια μου, αλήτες, πουλιά» τίτλος του ομώνυμου βραβευμένου του τραγουδιού στο Φεστιβάλ τραγουδιού Θεσσαλονίκης.

Στη συγκεκριμένη ταινία ο Τόλης υποδύεται ένα τσιγγάνο, όπου παίζει πλέον έναν ολοκληρωμένο κινηματογραφικό χαρακτήρα με υποκριτικές απαιτήσεις και τραγουδά νέα εξαιρετικά τραγούδια του Κώστα Καπνίση που κυκλοφόρησαν αρκετά χρόνια μετά, σε δίσκους και cd.

ΤΟ ΑΓΓΙΓΜΑ ΤΟΥ ΜΙΔΑ


Ο Τόλης Βοσκόπουλος έζησε τα πάντα και γεύτηκε τη ζωή χωρίς όρια.

Έγινε ο σούπερ σταρ μιας ολόκληρης εποχής.

Η προσωποποίηση του ελληνικού ονείρου σε μια γενιά που η κατάκτηση της δόξας μετρούσε πολύ περισσότερο από την κατάκτηση ισχύος.

Ο Τόλης Βοσκόπουλος αναμφίβολα διέθετε το άγγιγμα του Μίδα, αφού όλες του οι επαγγελματικές κινήσεις, τόσο οι live εμφανίσεις του, όσο και οι δισκογραφικές του δουλειές λούζονταν από χρυσό και πλατίνα.

Κάθε εμφάνισή του, εδώ και πενήντα χρόνια, αποτελούσε σπουδαίο καλλιτεχνικό γεγονός, από τη «Φαντασία» της δεκαετίας του ΄70, μέχρι και το «Ηρώδειο» των ημερών μας, καταρρίπτοντας τον μύθο της φυσικής νομοτέλειας που λέει πως ότι ανεβαίνει κατεβαίνει.

Ο Τόλης δεν κατέβηκε ποτέ από το θρόνο που τον είχε τοποθετήσει δια βοής ένας ολόκληρος λαός.

Παρέμεινε εκεί μέχρι και το τέλος, ο απόλυτος «άρχοντας», το ακλόνητο «ίνδαλμα».

Νομίζω πως δεν υπάρχει άλλος τραγουδιστής που στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού, κατάφερε να γεμίσει τα γκισέ της νύχτας με τόσο χρήμα.

Τα καλά τραπέζια στις μεγάλες πίστες καπαρώνονταν για βδομάδες από τους φανατικούς βοσκοπουλικούς.

Και τα λουλούδια κάθε βράδυ έραιναν σαν βροχή τον απόλυτο σταρ, που λουσμένος κάτω από τον εκτυφλωτικό προβολέα τραγουδούσε τους καημούς και τους έρωτες των φανατικών οπαδών του.

Η περίπτωσή του στα χρόνια του ΄60, όταν πρωτοεμφανίστηκε ως τραγουδιστής, ξάφνιασε.

Εκείνη την εποχή που μεσουρανούσαν οι δωρικές φωνές του Καζαντζίδη, του Μπιθικώτση και του Γαβαλά κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πως μια φωνή λεπτή, ένρινη, σχεδόν γυναικεία φωνή θα μπορούσε να αναστατώσει την Ελλάδα.

Οι ερμηνείες του από την αρχή της δισκογραφικής του πορείας ήταν πολύ διαφορετικές και ιδιαίτερα ξεχωριστές από όλων των άλλων.

Πρωτοποριακές, βαθιά ερωτικές, με ιδιότυπες ερμηνευτικές παύσεις, σε συνδυασμό με λεπτούς συγκινησιακούς τόνους.

Έκανε τη διαφορά.

Και ξαφνικά σε όλο αυτό το δωρικό λαϊκό πάλκο της παλιάς σχολής, φύσηξε ένα νέο αεράκι, που δρόσισε τα αυτιά της νέας γενιάς.

Άρεσε πολύ!

Ξαφνικά ανακάλυψαν στην φωνή του Τόλη τον απόλυτο ερωτικό εκφραστή, τον τραγουδιστή της αγάπης, τον δικό μας Frank Sinatra. Αυτό ήταν! Αμέσως καθιερώθηκε το νέο είδωλο της εποχής.

Ο Τόλης με τη χαρακτηριστική του φωνή κατάφερε να συνδυάσει την λαϊκότητα με το μελόδραμα, ενώ με την ευγενική του εμφάνιση και το ντελικάτο του ντύσιμο, έφερε στο λαϊκό πάλκο, έναν αέρα σαλονιού.

ΑΝΤΖΕΛΑ: Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ


Ο Τόλης Βοσκόπουλος αγάπησε και αγαπήθηκε με πάθος. Και βέβαια το μεγάλο του πάθος ήταν οι γυναίκες.

Γεννημένος ιππότης, υποκλινόταν μπροστά στο ωραίο φίλο και μακάριζε την τύχη του, που η ζωή του είχε φέρει στο διάβα του, υπέροχες κυρίες.

Όμορφες, έξυπνες, χαρισματικές, αφοσιωμένες.

Αναμφίβολα η γυναίκα της ζωής του, όπως συχνά ο ίδιος δήλωνε τα τελευταία χρόνια, ήταν η τέταρτη σύζυγός του, Άντζελα Γκερέκου.

Η Άντζελα έγινε για κείνον ο έρωτάς, η έμπνευσή, η σκιά, το καταφύγιό, ο παράδεισός του…

Η γνωριμία με την Άντζελα έγινε ένα βράδυ από μια παρέα φίλων. Ο Τόλης μόλις την αντίκρισε μαγεύτηκε.

Ο ίδιος είχε μιλήσει σχετικά: «Μόλις την είδα τα έχασα. Έμεινα! Δεν μπορούσα να μιλήσω.

Είχε και τα μαλλιά κοντά και φαινόταν το πρόσωπό της σε όλο του το μεγαλείο.

Δεν μπορούσα να πιστέψω αυτό που έβλεπα μπροστά μου.

Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά.

Το βράδυ που την γνώρισα, αποφάσισα πως ήθελα να ζήσω την υπόλοιπη ζωή μου μαζί της.» DOWN TOWN (31-8-2001).

Από τότε η Άντζελα και ο Τόλης έγιναν ένα από τα πιο αγαπημένα ζευγάρια της εγχώριας show biz, χωρίς να δημιουργήσουν ποτέ ερωτικά σκάνδαλα και ν απασχολήσουν τα μέσα με οικογενειακά παρασκήνια.

Την ευτυχία τους ήρθε να συμπληρώσει η κόρη τους Μαρία, που κι εκείνη πλέον ακολουθεί τα αχνάρια των γονιών της στον καλλιτεχνικό χώρο.

Ο Τόλης έζησε κοντά τους τα πιο ευτυχισμένα χρόνια της ζωής του, στήνοντας την σωστή οικογένεια που χρόνια πριν προσπαθούσε και δεν τα είχε καταφέρει.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here